Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Να 'χαμε να λέγαμε.

Dear November

Δεν περίμενα μετά από τόσο καιρό να με ξαναπιάσει αυτή η όρεξη για αχαλίνωτο μπλόγκινγκ, να μαι όμως και πάλι, κινούμενη στη μπλογκόσφαιρα με όλη τη σημασία της λέξης. Και δεύτερο απανωτό κειμενάκι, και καινούρια μπλογκάκια ωραία ανακαλύπτω συνέχεια, και τα σχολιάκια μου έχω όρεξη να τ αφήσω, και γενικά μάλλον άρχισα να την ξαναβρίσκω εδώ μέσα...

Είδα που λες πως είναι πολύ της μόδας να γράφουμε πώς περάσαμε το Πάσχα, οπότε ας αρχίσω να σου λέω από κει και βλέπουμε.  Χτύπησα μια εκδρομούλα στην εξωτική Πάφο με μάνα κι αδελφό, και ενώ δεν περίμενα η Κύπρος να έχει τόσο όμορφα μέρη, εξεπλάγην ευχάριστα και από την πόλη, και από το ζωολογικό κήπο (που στην αρχή ομολογώ πως πίστευα πως άντε να χει δυο παπαγαλάκια, και είχε ως και λευκά λιοντάρια), και από τους τάφους των βασιλέων, που είναι τεράστιας σημασίας αρχαιολογικό μνημείο (η μάνα μου που ναι και αρχαιολόγος κόντεψε να χύσει από τη χαρά της) και επίσης, απίστευτα γαμάτο μέρος με υπέροχη θέα για να σε θάψουν όταν πεθάνεις. Ή έστω να πετάξουν από κει τις στάχτες σου στη θάλασσα, ή κάτι αντίστοιχο. :ΡΡ


Περιττό να πω ότι έφαγα τον αγλέωρα, αλλά ΕΧΑΣΑ ΕΝΑ ΚΙΛΟ, λόγω του ότι περπάταγα όλη μέρα, και χτύπησα και παγωτό τρίμπαλο στο πανηγύρι στη Λεμεσό μια μέρα μετά. Μπισκότο oreo με cheesecake και πορτοκάλι, άκυρο σου φαίνεται αλλά φάτο, είναι ηδουνιή <3 Προσπάθησα κανα δυο φορές να κάνω ότι διαβάζω και για παγκύπριες αλλά δε μου βγήκε και αποφάασισα να κάνω κανονικές διακοπές και να ξεσκιστώ κανονικότατα στο έξω, και οι επαναλήψεις μετά. Άρχισε να κάνει και όμορφες μέρες, και που μυαλό φίλε μου, αφού άρχισα και τα πρώτα μπανάκια και μάλλον ότι διαβάσαμε όλη τη χρονιά διαβάσαμε.

Καλή ζωή θα μου πεις, πρωινό τζόγκινγκ και φαί, φροντιστήριο, άντε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα, ύπνο ξανά, διάβασμα, έξω και δώσε πάλι. Και κάπου ανάμεσα σκέφτομαι που και που ότι σε είδα στον ύπνο μου και ξύπνησα με ένα κόπο στο λαιμό και μια βλαστήμια στα χείλη.

 Mε είχε πάρει λέει ο ύπνος πάνω στο στήθος σου, και ξαφνικά άρχισα να τρέχω για να μη με δεις που φορούσα ένα γελοίο ροζ νυχτικό με φραμπαλάδες... Σου κρυβόμουν συνέχεια και όποτε έμπαινες στο πλάνο μου και κάτι ήθελες να μου πεις, αλλά εγώ απλά έτρεχα με όλη μου τη δύναμη. Και τώρα αναρρωτιέμαι αν θα θελα τελικά να σ' είχα ακούσει.

Αλλά μετά μου φεύγει και θυμάμαι πως δε ντράπηκα ποτέ να σου δείξω την ηλίθια πιτζάμα μου με τους φραμπαλάδες, και πως είμαι δω και δεν κουνήθηκα, μόνο κούρνιαξα στη γωνία μου και δεν είπα κουβέντα γιατί μπορεί τις κουβέντες που δε λέγονται να ναι καλύτερα να μην τις λέμε καν. Μπορεί.

Κι έτσι απλά με παρακάλεσα να εστιάσω στο να βάζω το ένα πόδι μπροστά στο άλλο και να προχωράω μπροστά, ώσπου είδα κίτρινα φυλλαράκια πεσμένα στο γκρίζο του δρόμου. Κάποιος μαδούσε μαργαρίτα, λέω. Έκοψα κι εγώ μια και σε σκέφτηκα, γιατί πάντα έτσι κάνω, έκοψα μία από συνήθεια και σ έφερα στο μυαλό μου. Την πάτησα στο χώμα με δύναμη και την έκανα κομματάκια. Γέλασα.



Κομμάτια
σηκώθηκες πάλι αργά,
πρησμένα μάτια, κίτρινα δάχτυλα, ξέχειλα τασάκια
και τέρμα ο καπνός και τα χαρτάκια
ζεσταίνεις χτεσινό καφέ
κουμπώνεις δυο χάπια
και βγαίνεις έξω για τσιγάρα και φαί.

Με τα πόδια,
πόδια και μυαλό που σε πάνε χώρια
και λόγια που σε κόβουνε στα δυο και λόγια
λόγια που σε καίνε σαν χολή
και δεν τα 8υμάσαι το πρωί
και δεν τα 8υμάσαι.

Δεν έχεις στόματα να θρέψεις κι άγχος για τα φράγκα
ούτε φοβάσαι έτσι μη μοιάσεις και στο γέρο σου
Είσαι μόνος σου και στα αρχ.... σου και ελεύθερος και πολιορκημένος
-Περπατημένος
Στα πεζοδρόμια από τα 14,
ρομαντικά ξεγεννημένος.
-Χαμένος
Αυθεντικό της απώλειας παιδί
σκλάβος της αντίδρασης, καλό παιδί
μαγκάκος και σου κόβει, κι είσαι ωραίο παιδί,
για άλλους απρόβλεπτος, μα πάνω-κάτω εντάξει παιδί.
Πολλοί γνωστοί, μόνο 2 φίλοι που είναι τώρα νεκροί,
ξεπαρθενεύτηκες στα γρήγορα από αγάπη πικρή.

Γύρω στα 20
-Σε λίγο κλείνω τα 22
γήπεδο και ΚΝΕ κ αναρχεία και σχολείο
από όλα πέρασες νωρίς και τα παράτησες νωρίς
-Γιατί μπορούσα και χωρίς
Ναι, σίγουρα πάντα σε τράβαγε το δύσκολο
και σε έσπρωχνε μπροστά το απίστευτο.
Δεν είσαι δαίμονας στη γη, στην κόλαση είσ' αγγελούδι
κι αν δε γυρίσεις σελίδα θα τελιώσει το τραγούδι.

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια με αίμα χαραγμένα
-Στο δέρμα
Ένας ήρωας προδότης
-Λόγια, λόγια
Ένας άμαχος στρατιώτης
-Ψέμα, ψέμα
Παιχνίδια απαγορευμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια καταχωνιασμένα
-Σε μια γωνιά
Λόγια απαγορευμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια καταχωνιασμένα
-Λόγια, λόγια

Δεν είμαι καν μια στατιστική
και παραείμαι συνηθισμένος για ταινία χολλυγουντιανή
εγώ είμαι εδώ, φίλε, κι εσύ είσαι 'κει
μια ρίμα μισή και παρακατιανή.
Τσιμέντο, σίδερα, οικοδομή, στη νύχτα κι όλα από λίγο
μου περισσεύει η αντοχή μα όλο λέω πως θα φύγω
αγαπημένος μου στίχος: "Όλα είναι δρόμος"
για κοίτα, φίλε μου, όμως, που πάντα ξεμένω
κι ο κόσμος μου ίδιος κι απαράλλαχτος παγώνει.
Κι ό,τι αγάπησα περισσότερο αυτό είναι που με πληγώνει.
Χωρίς ταυτότητα νοιώθω κι ας την έχω στη τσέπη μου πάντα,
για αυτό κάνω ό,τι κάνω όταν κανείς δε με βλέπει
-Τζάμπα όλα μπορεί να πάνε στην τελική
Και μη νομίζεις πως δεν ονειρεύομαι μια ζωή πιο κανονική μα με ξυπνάει πάντα ο κρυος
ιδρώτας την τελευταία στιγμή κι ένα άρωμα στον αέρα από ατόφια παρακμή.

Μια ζωή τσαλακωμένη
-Λόγια, λόγια
Μια σελίδα πεταμένη
-Σε μια γωνιά
Όνειρα κακογραμμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια με αίμα χαραγμένα
-Στο δέρμα
Ένας ήρωας προδότης
-Λόγια, λόγια
Ένας άμαχος στρατιώτης
-Ψέμα, ξέμα
Παιχνίδια απαγορευμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια καταχωνιασμένα
-Σε μια γωνιά
Λόγια απαγορευμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια καταχωνιασμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια απαγορευμένα
-Λόγια, λόγια
Λόγια καταχωνιασμένα
-Λόγια, λόγια

Δεν είμαι καν μια στατιστική

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Νήσος τις έστι (;)

 Dear November

...Αφού χρειάστηκε να επιβεβαιώσω γύρω στις 4892702374931 φορές στον μπλόγκερ ότι πρόκειται για μένα την ίδια που αυτοβούλως και αυτοπροσώπως, -μη σε πω και αυτόκλητα και σε τρελάνω απόψε να 'oυμ- μου την κάβλωσε να ρθω μετά από ένα χρόνο να κάνω ανάρτηση, να μαι και πάλι σε παλιά λημέρια, έχοντας σχεδιάσει μια κλασσική, μελό, κλαψομουνέ ανάρτηση, αλλά έλα που δε μου βγήκε, γιατί φίλε αναγνώστη απόψε γράφουμε για την Κύπρο, άρα το γυρνάμε σε απλό, ηδονιστικό και άκρως εκτονωτικό κράξιμο :)

Μετά από τα δύο βασσανιστικά χρονάκια στη μεγαλόνησο, που τώρα πια κοντεύουν στο τέλος τους, έχω σκοπό να απαριθμήσω σε ένα ποστάκι (γιατί είμεθα και της οργάνωσης), όλα τα στραβά και τ' ανάποδα του τόπου αυτού, γιατί μου το χα τάξει και για να βγάλω και τ' άχτι μου βρε αδερφέ. Στο τέλος βέβαια θα το στύψω το ρημάδι μου και θα σου πω και κανα δυο καλά, να μη μας λένε και προκατειλημμένες, αλλαναξέρειςότιταπαέτσιγιαναταπωκαιμηδωσειςιδιαίτερηβάση,ναι; 

  Κατ' αρχήν έχω βαρεθεί να διαβάζω και να ακούω αναλύσεις επί αναλύσεων πάνω στο αν οι Κύπριοι είναι Έλληνες ή όχι και τα ρέστα. Ναι, ξέρω ότι είναι πολύ της μόδας να θάβεις την Ελλάδα, ειδικά τώρα που είναι στην κατάσταση που είναι, και αισθάνεσαι πολύ χίπης και επαναστάτης που θες να λες τα αντίθετα από αυτά που μεγάλωσες ακούγοντας από τους γονείς και τους καθηγητές σου να σου λένε, όμως φίλε μου εδώ τα βάζεις με την ίδια την ιστορία.  Δεν έχει σημασία το πόσους κατακτητές είχε αυτό το νησί (που ότι είχε είχε, η πόρνη της Μεσογείου σου λέει:Ρ), σημασία έχει μόνο ότι η γλώσσα σου είναι τα ελληνικά, ότι μεγάλωσες χορεύοντας παραδοσιακούς χορούς, ακούγοντας μπουζούκι και τρώγοντας σουβλάκι και έμαθες να ζεις με μια κουλτούρα που είναι τόσο βαθιά ελληνική που ακόμη και η αλλοτριωμένη σήμερα Ελλάδα έχει ξεχάσει, όντας κι εκείνη κατεχόμενη από την ίδια της την πρωτεύουσα και το ότι εκείνη αντιπροσωπεύει. Και δε δέχομαι (Ρε πούστη μου) σε ένα νησί που έζησαν και πέθαναν ένας Αυξεντίου, ένας Παλληκαρίδης, ένας Μάτσης και τόσοι άλλοι λιγότερο επώνυμοι, κι ανώνυμοι  κι αμφιλεγόμενοι που δε θα αναλύσουμε σε αυτή την ανάρτηση, που θυσιάστηκαν για να πουν σε όλο τον κόσμο ότι είναι Έλληνες και τίποτε άλλο, γιατί δε δέχονταν κανείς να τους αφελληνίσει και να τους κάνει να χάσουν την ταυτότητά τους, να έρχεται ο κάθε μαλάκας και να αρνείται την εθνικότητά του. Κυρίως γιατί είναι η μεγαλύτερη ειρωνία που υπάρχει, ένας τόπος που πέρασε από τόσους πολλούς κατακτητές, και όμως κρατήθηκε με νύχια και με δόντια απ' τις ρίζες του, να κάνει ο ίδιος στον εαυτό του αυτό που παλιότερα πολέμησε για να κρατήσει μακριά του. Αλλά μήπως έτσι δεν είμαστε οι Έλληνες; Απέναντι στον εχθρό ενωνόμαστε ανέλπιδα και πολεμάμε παρά τους αριθμούς που είναι πάντα εναντίον μας, αλλά από τον εαυτό μας δεν προστατευτήκαμε ποτέ...

Κι επειδή παρασοβάρεψα και δε γουστάρω, πάμε να σου γράψω για το αγαπημένο μου θέμα από τότε που ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το λαό αυτό που άμα με ξέρεις, σίγουρα ξέρεις πόσο αγαπώ.- Το κυριότερο πρόβλημά τους, για μένα, είναι ότι είναι κάργα κακομαθημένοι. Τι να πρωτοδιαλέξεις φίλε αναγνώστη, τους κύπριους με το μαλλί ταβανόπροκα απ το ζελέ, το ξυρισμένο στέρνο, το κολλητό/γυαλιστερό τζιν και το πουκάμισο το ανοιχτό τουλάχιστον μέχρι τον αφαλό για να φαίνεται ο κοιλιακός του γυμναστηρίου (που εσύ μπορεί να νομίζεις ότι είναι κάβλα, αλλά εγώ το μόνο που σκέφτομαι κοιτώντας τον είναι ότι άνετα ρίχνεις μια τρίλιζα ή λύνεις σουντόκου πάνω στην κοιλιά σου, μπαστουνόβλαχε Κύπριε), ή τις κύπριες που... εχμ, οκ, για τις κύπριες θέλω άλλη πρόταση. Οι κύπριες που λες, είναι απ τα παράξενα της φύσης, και σου έκανα και ανάρτηση και μόνο για πάρτη τους αν δεν έπεφτε πολλή η κυπριωτίλα εδώ μέσα μετά.- Είναι μια, ομολογουμένως περίεργη αν και απαίσια μίξη τσούλας με παρθενόπη, η οποία αν και βγαίνοντας το βράδυ θα σου πετάξει όλον τον... εξοπλισμό να πάρεις μάτι, αν και θα ντυθεί και το ντύσιμό της θα φωνάζει "πηδήξτε με", το βράδυ σίγουρα κοιμάται σε δωμάτιο/κουκλόσπιτο, με το αρκουδάκι της αγκαλιά, περιμένοντας εναγωνίως τον γαλάζιο πρίγκιπα ο οποίος από μόνος του έχει υποχρέωση να φανταστεί ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που δείχνουν και θα θέλει να περάσει την αιωνιότητα μαζί τους, ακόμη κι αν δεν του κάτσουν ποτέ. Η μαμά και η γιαγιά και ο παπάς που τις στέλνουν για εξομολόγηση, καθώς και όλος ο κοινωνικός περίγυρος τις έχει μάθει ότι το σεξ είναι κάτι επαίσχυντο και κατάπτυστο, καθώς επίσης και ότι πρέπει να το κάνουν "δώρο" στον άντρα, έπειτα από εγγυήσεις παρουσία γονεϊκών ενισχύσεων ότι ο λεγάμενος τις βλέπει σοβαρά και θα τις αρραβωνιαστεί τουλάχιστον.


Οκ, περιττό να πω, ότι καρακαταξεσκίζονται χειρότερα κι απ τις απελευθερωμένες στον τελικό απολογισμό.


Αλλά κάτι έλεγα για κακομαθημένους ανθρώπους, και καλά θα κάνω να επιστρέψω στη βάση μου γιατί πάνω σ αυτό δε σου έδωσα αρκετά.  Η κυπριακή κοινωνία είναι κάπως έτσι δομημένη: Το λιγότερο που πρέπει να έχω είναι μία βίλα με πισίνα, γιατί έχει και ο γείτονας μία βίλα με πισίνα.  Δεν έχω λεφτά αλλά θα καταχρεωθώ να την αγοράσω, και θα πάρω κι ένα δεύτερο δάνειο γιατί ο ξάδερφος του μπατζανάκη της κουνιάδας έχει καλύτερο αμάξι και έτσι εγώ φαίνομαι λιγότερο πλούσιος.  Ο Κύπριος αυτός δε βρίσκει λόγο να ξοδέψει τα λεφτά που χρησιμεύουν στο να φαίνονται αυτός και η οικογένειά του αυτό το χάικλας βλαχουριό που φαίνονται, για να βοηθήσει το παιδί του να μάθει τα πέντε γράμματα που εκείνος δεν έμαθε, καθώς αυτά δε του χρησίμευσαν ποτέ σε τίποτε, και στην τελική λεφτά υπάρχουν ( ή λέμε ότι υπάρχουν ), και θα το στείλουμε το παιδί σε ένα πανεπιστήμιο της πλάκας στην Αγγλία να σπουδάσει κιόλα άμα θέλει.  Γι αυτό, συν των όλων, το πνεύμα υστερεί απίστευτα στην Κύπρο, και γι αυτό αυτό το νησί αν και οικονομικά ομολογουμένως έχει φερθεί πολύ έξυπνα, ποτέ δεν κατάφερε να έχει ένα λαό καλλιεργημένο και να διεκδικήσει μέσα και έξω τα δικαιώματά του με τον τρόπο που πρέπει.  

Και τέλος, αν είσαι Ελλαδίτης χλεύασε μαζί μου, αν είσαι Κύπριος και τυχαίνει να είσαι εστιάτορας βγάλε το βουλοκέρι από τα αυτιά σου και δώσε βάση σε αυτά που θα σου πω.

1. Αυτό το ασέξουαλ/ανοργασμικό πράγμα με το λάχανο και το αγγούρι που αποκαλείς ΣΟΥΒΛΑΚΙ, να το βάλεις εκεί που ξέρεις. Αν ήθελα αυτή τη μπούρδα που μου σερβίρεις μαζί με λίγο κρέας, θα έπαιρνα μια σίζαρ με ψωμάκι. Άμα δε θες ρε μάνα μου να λιγδώσει λίγο τ αντεράκι σου τι το παραγγέλνεις/φτιάχνεις το ρημάδι, ΑΣ ΤΟ ΓΙ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ.

2. Επειδή εσύ είσαι παλιοτσιγκούνης του κερατά και αντί να πληρώνεις ντομάτα, σε βολεύει να φτιάχνεις μια σαλάτα που από πάνω φαίνεται χωριάτικη και από κάτω είναι παραγεμισμένη μαρούλι, δε σημαίνει ότι εγώ πρέπει να το πληρώσω αυτό ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΦΑΩ ΚΙΟΛΑΣ. Και μην ακούσω καμιά αηδία τύπου "έτσι το κάνουμε εδώ στην Κύπρο", γιατί άμα το κάνετε έτσι, να μην το αποκαλείτε ούτε χωριάτικη, ούτε ελληνική σαλάτα. Προτείνω μια ονομασία τύπου "κυπριακό μαρουλοξερατό", ή "ανοργασμική απομίμιση ελληνικής σαλάτας". 

3. (Μετανάστες Άγγλοι, Βιετναμέζοι Ρουμάνοι, δεν αναφέρομαι σε σας)
ΜΑΛΑΚΑ ΣΕΡΒΙΤΟΡΕ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΡΤΕΛΑΚΙ ΣΟΥ ΓΡΑΦΕΙ "ANTΡΕΑΣ", ΠΑΡΗΓΓΕΙΛΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΗ, ΟΧΙ VILLAGE SALAD ΓΑΜΩ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΟΥ ΓΑΜΩ. Α, και αρνούμαι, ΑΠΛΑ ΑΡΝΟΥΜΑΙ να ξανακούσω ότι οι Κύπριοι μιλάνε καλά αγγλικά επειδή στη μέση της πρότασης θα σου πετάξουν ένα "anyway" και χέστηκε η φοράδα στ αλώνι. Οι περισσότεροι ξέρουν τα ίδια αγγλικά με τον γνωστό αστυνομικό
 


και απλά έχουν καλή προφορά.  

Και τέλος, επειδή σου υποσχέθηκα κανα δυο καλά, θα σου δώσω καλά και κράτα τα, γιατί αυτό το μέρος αξίζει να τ αγαπήσεις και μόνο για εκείνους τους Κύπριους που είναι σπάνιοι πια, για τους Κύπριους που αγάπησε ο Σεφέρης, για εκείνους τους απλούς, φιλόξενους, καλοσυνάτους ανθρώπους που ίσως, άμα ψάξεις στα χωριά τους και στα σχολεία και στις γειτονιές, βρεις ακόμα να κυκλοφορούν ανάμεσα σε όλο αυτό το δήθεν, απρόσωπο πράγμα που έχει καταλήξει να είναι η Κύπρος. Γιατί ο τόπος αυτός είναι πολλά που έχει ξεχάσει ότι είναι, αλλά μια ηλίθια ρομαντική μου πλευρά αισθάνεται ότι, κάπου βαθιά ζει ακόμη το θαύμα που αγάπησε εκείνος, το θαύμα για το οποίο έγραψε, η φλόγα που είχε δει μέσα σε μια φούχτα ανθρώπους που πιάσαν τα όπλα με χέρια που χαν φτιαχτεί μονάχα για να δουλεύουν τη γη...


"Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από έvα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε Θα μπορέσουν~ μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ' αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νήσος τις έστι...".


 Και ίσως ο μαντατοφόρος να τρέχει ακόμα, όποιο κι αν είναι μέσα στους καιρούς το μήνυμα της δικαιοσύνης που κρατά.





Καλώς ήρθα λοιπόν ξανά στο μπλογκ μου, και χρωματάκι σου έβαλα ν ανοίξει το ματάκι σου, και τον Αγγελάκα στον έβγαλα να μη λέει η Κόννη ότι μόνο αποτέτοιονε ακούμε, σου βαλα ρακιά που γράφει απελπισμένα για μια συνονόματη Μαριλού (που καλό τσουλάκι πρέπει να τανε κι εκείνη) και γενικά ανανεωμένη με βρίσκεις απ την κλάψα μου και πες πως χαίρεσαι έστω και στο έτσι.

Καληνύχτες ^__^

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Αυτο-ψυχανάλυση mood=on.

Dear November


Πάμε λίγο πίσω απόψε...
Σταθμός του μετρό. Γύρω στις 7. Ημερομηνία δε θυμάμαι, πάντως ήταν σίγουρα Πέμπτη. Πάντα Πέμπτη ήταν.
"Επόμενη στάση: Μέγαρο Μουσικής."
Ξεφυσάω αδύναμα και σηκώνομαι. Πάντα στη διαδρομή γέμιζα στιγμιαίες παρορμήσεις. Περνούσε από το Σύνταγμα, το Μοναστηράκι... Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ πώς θα ήταν αν κατέβαινα κάπου αλλού, κάπου με κόσμο, φασαρία, χαρούμενους ανθρώπους, κίνηση. Δεν μπορούσα να σκεφτώ να μην τα στείλω όλα στο διάολο. Αλλά δε το κανα ποτέ.
Ανέβαινα στη Μαβίλη, πάντα με το δίευρο στο χέρι για τον ίδιο γεράκο που καθόταν απέναντι απ' το περίπτερο. Περπατούσα στην ευθεία και χάζευα τον κόσμο. Φρικιά, γιαγιάδες με τα καλά τους, μποέμ τυπάδες με την κιθάρα στην πλάτη... Πάντα ποικιλία. Έφτανα στην πλατεία με τα σιντριβάνια, πάντα πιο νωρίς. Στο περίπτερο γέμιζα με τα περιοδικά όλης της εβδομάδας, τη συλλογή με τις πορσελάνινες κούκλες, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ. Ο περιπτεράς ήταν τόσο όμορφος, ακόμα τον θυμάμαι. Είχε δυο φωτεινά μάτια, ένα γλυκό χαμόγελο και πάντα έπαιζε μπουζούκι. Μετά από λίγη σκέψη έπαιρνα και τις αγαπημένες μου ζαχαρωτές καραμέλες για... μετά.
Χαζολογούσα στην πλατεία, άνοιγα τα περιοδικά και τα ξεφύλλιζα, κοιτούσα το νερό που εκτοξευόταν και πάντα όπως έπεφτε μου θύμιζε γυναικείες μορφές.

Ακριβώς πήγε. Την κάνω.

Το κουδούνι απαντούσε αμέσως, δυστυχώς. Ένα παλιό κτήριο με σκουριασμένη πόρτα και μια μυρωδιά κατάθλιψης... Ή έτσι μου φαινόταν; Έκλεινα την πόρτα πίσω μου και χωνόμουν στο στενό, κλειστοφοβικό ανσανσέρ πατώντας τον αριθμό τέσσερα... Και στην πόρτα πάντα εκείνη, με το στημένο, επαγγελματικό της χαμόγελο.

Δε με κάνεις να νιώθω καλύτερα έτσι.

Και ξεκινούσα. Έλεγα, έλεγα, πάντα με πλεγμένα δυνατά τα δάχτυλα, ορθάνοιχτα μάτια, και τον απολογητικό τόνο του ενόχου που προσπαθεί να αποδείξειτην αθωότητά του. Εκείνη άκουγε πάντα υπομονετικά, με την απάντηση που δε θέλω να ακούσω να λάμπει ενοχλητικά στα μάτια της.

-Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί συνέβησαν όλα αυτά;

Τι εννοείς, ηλίθια; Κάνω και τίποτ' άλλο; 

 - Απ' ό,τι κατάλαβα, όταν θέλετε κάτι, απλά απλώνετε το χέρι και το παίρνετε. Δε σκεφτήκατε ποτέ να αντισταθείτε σε έναν πειρασμό, ακόμα κι αν μακροπρόθεσμα θα σας βλάψει.

Καρφώνω τα μάτια μου πάνω της. Συνεχίζει.

- Ίσως αυτό να σχετίζεται άμεσα και με το πρόβλημα που έχετε με τα κιλά σας, δεν επιβάλλεστε στον εαυτό σας, απλά αφήνεστε.

- Ναι. Ναι, αυτό είναι. Ισχύει. Είπα πιο πολύ σε μένα παρά σε κείνη.

Πόσο αλήθεια, πόσο εγώ... Σηκώθηκα και έφυγα με τα βήματά μου βαριά και τη σκέψη αυτή να τριβελίζει το κεφάλι μου. Έχωσα το χέρι στην τσέπη και έπιασα το κουτί με τις καραμελίτσες. Το έπαιξα λίγο στα δάχτυλά μου και με μια κίνηση άνοιξα το καπάκι, το έφερα στο στόμα και τις κατέβασα όλες. Ένιωσα μια έντονη επιθυμία να κλάψω.

Να τι ήμουν. Ένα έρμαιο των επιθυμιών μου. Να γιατί έγιναν όλα. Γιατί δεν αντιστάθηκα σε τίποτα ποτέ. Είχα πάντα μια ακόρεστη δίψα να γευτώ την κάθε πλευρά της ζωής, να πονέσω, να παθιαστώ, να ζήσω τα πάντα. Δεν έμαθα ποτέ να λέω όχι στον εαυτό μου. Δεν έμαθα ποτέ να συγκρατούμαι, αν ένα πράγμα μίσησα απότότε που θυμάμαι τον εαυτό μου αυτό είναι τα όρια. Μου βάζεις όρια; Θα τα σπάσω και μετά θα σε πετάξω απ τη ζωή μου. Έτσι απλά.

Ω, ένιωσα τόσο αδύναμη εκείνη τη στιγμή. Με είχε συγκλονίσει αυτή η ανακάλυψη για τον εαυτό μου. Η μόνη σχέση που είχα με τη λογική ποτέ ήταν το οτι καταλάβαινα μαθηματικά. Αλλά βέβαια... Την κατάλαβα και την απέρριψα τη λογική.

Και πάμε στο σήμερα.

Ακόμα την απορρίπτω, ακόμα τη μισώ, ακόμα τη θεωρώ αντίθετο της ζωής. Όμως έμαθα για μένα κάτι πολύ σημαντικό. Δεν. είμαι. αδύναμη.- Μπορώ με μια απόφαση να στείλω στο διάολο συνήθειες μιας ζωής, όπως τα γλυκά. Μπορώ σε ένα μήνα να χάσω δέκα κιλά γιατί έτσι μου κατέβηκε. Μπορώ να στείλω στο διάολο ότι με βλάπτει ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ. Αλλά μόνο ως εκεί. Γιατί αν την ξαναέβλεπα σήμερα ξέρεις τι θα της έλεγα;

Δε μετανιώνω που πήγα εκεί και γύρισα. Δε μετανιώνω που δοκίμασα. Δε μετανιώνω που έζησα και που πήγα κι έπεσα με φόρα στον τοίχο κι ας έσπασα το κεφάλι μου. Δε μετανιώνω που χτύπησα γροθιά σε σπαθί, και δε μετανιώνω όχι γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο διδακτικό από το πέσιμο, ούτε γιατί δεν αντιστέκομαι στους πειρασμούς. Δε μετανιώνω γιατί το έζησα. Ακόμα κι αν ήταν λάθος.

Συμπέρασμα;
Όχι, δε θα το ξανάκανα.
Ναι, δύσκολα λέω όχι στον εαυτό μου.
Ναι, έμαθα από τα λάθη μου.
Ναι, ξέρω να επιβιώνω.


Καληνύχτα.










Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Το ανσανσέρ.

Μια φωνή. Μια φωνή μόνο να με βγάζει από το τίποτα κάθε βράδυ για να μπορώ να κοιμάμαι, να μιλάω για βλακείες, να γελάω, και να 'μαι εγώ.  Μια φωνή, ένα χέρι, πέντε λέξεις στο κινητό, ένα μήνυμα που να μη μεταφράζεται σε "σε χρειάζομαι", αλλά σε "σε σκέφτηκα", "σε νοιάστηκα", "θέλω να ξέρω πως είσαι καλά", "μου λείπεις".

Κι είναι σα μια σταγόνα δροσερό νερό στο κατάξερο χώμα, σαν να εισπνέεις καθαρό αέρα την ώρα που το οξυγόνο σου τελειώνει κι αυτό το άθλιο τίποτα σου πλακώνει το στήθος κι έρχεται να σε νικήσει ενώ εσύ κουνάς άνευρα τις γροθιές σου, λες κι έχεις δύναμη.  Και γίνεσαι όλος μια μπάλα, χέρια, πόδια, δάκρυα και κουβέρτες και μαλλιά.

Έχουνε τέλος οι κατηφόρες;

Θυμάμαι μια ζωή να 'μαι σίγουρη πως έφτασα στον πάτο, κι εκεί που ηρεμώ κι αρχίζω να κάνω τα πρώτα μου βήματα προς το φως εκείνος δονείται, και βουλιάζει, και βαθαίνει, και μια φωνή στο βάθος του μυαλού μου γελά κοροϊδευτικά: "Δεν έχεις δει τίποτε ακόμη."

Μια φωνή.  Όχι ρε, δεν τον αντέχω τον εαυτό μου, κι έτσι όπως έγινε μόνο φαρμάκι έχει μέσα του πια.  Κι είναι αδύναμος, τόσο αδύναμος...  Ένας πύργος από τραπουλόχαρτα είναι που καταρρέει με την παραμικρή υποψία αέρα.  Αυτο-συντηρείται με μικρές ενέσεις ντροπής ("Και πώς θα πέσεις τώρα, θες να σε δουν να πέφτεις; Τι θα αξίζεις αν πέσεις ε;  Κοίτα τους άλλους, κοίτα τους πιο δυνατούς, κοίτα εκείνους που βλέπουνε τον ήλιο στα μάτια."), και γίνεται χώμα με μια λέξη (ή την απουσία της), μια σκέψη, μια αλλαγή στον αέρα. 

Και ποια φωνή προσφέρεται άραγε να αντέξει τόση απελπισία; Κανείς απ' αυτούς που σ'αγαπάνε μονάχα όταν είσαι ο κλόουν, μονάχα όταν γελάς, και μιλάς, και είσαι αστείος, και η παρουσία σου είναι αισθητή.  Αλλιώς είναι όλοι έτοιμοι να σ' αφήσουν στην ανυπαρξία σου, μόνο, δεν έχει χέρια πια.  Αλλά μήπως κι εσύ αυτό δεν κάνεις;  Μήπως αυτό δε χρειάζεσαι;  Θες κάποιον να σε κάνει να γελάς και να ξεχνιέσαι, κι όχι κάποιον που θα συμπάσχει με τη μιζέρια σου και θα της κάνει και παρέα.

Και μήπως αυτό είναι οι άλλοι; Μια φωνή που μας βγάζει για λίγο από τον απέραντο πόνο μας; Μήπως λειτουργούν σαν ναρκωτικό - έστω προσωρινό - για να μας ανεβάζουν μαζί τους; 

Κι εσύ ακόμα, αν βγεις έξω θα ξεχωρίσεις μεμιάς το πρόσωπο εκείνου που έχει φίλους από του μίζερου, του μόνου, αυτού που στέκεται απλά για να σταθεί γιατί ίσως μια μέρα ο ουρανός θα γίνει ξάστερος, καθάριος.  Και γιατί ίσως ο πάτος να μην έχει μόνο καθοδική πορεία, ίσως να λειτουργεί σαν ανσανσέρ με κρυμμένα κάπου τα κουμπιά. Ίσως.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Και μετά;

Dear November.
Ξεκινώντας, thank God που μου ξαναήρθε η όρεξη για γράψιμο. Ίσως να σημαίνει πως κάτι από μένα γυρίζει. Θα χρειαστώ λίγο χρόνο για να μπορέσω να έχω ξανά κάποια συνάφεια στα όσα γράφω, αλλά ειλικρινά ποιος χέστηκε τη στιγμή που ευχαριστώ τον εαυτό μου που μπορεί ξανά και κλαίει;


Μεγάλο δώρο τα συναισθήματα...


Και στην έρημο δεν είχαν φύγει, μα ήταν τόσα πολλά, τόσο ορμητικά, τόσο καταστροφικά που δεν τα άντεξα και τους έκλεισα την πόρτα.


Believe it or not, δεν είμαι δειλή, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.


Και την πόρτα την έκαιγε φωτιά, μεγάλη φωτιά, φωτιά γεμάτη οργή, φωτιά γεμάτη


μισώφοβάμαιαντέχωζηλεύωνοσταλγώδενυπάρχωείμαιμισή και


πονάωπονάωπονάωπονάωπονάωπονάωπονάω.


Κι εγώ καιγόμουν ολόκληρη κι απ' έξω το τίποτα, μια κέρινη μάσκα, μια άδεια ζωή, πλαστελίνες στους τοίχους και τσαλακωμένα βιβλία και χρώματα σε ασπρόμαυρες κόλλες χαρτί.


Ναι, κάποιοι τα λύνουν έτσι τα ψυχολογικά τους.


Και παράτα με κοπέλα μου, δε θέλω να σου πω καλημέρα για να μη σ' αγαπήσω και μετά σε χάσω και δε μου περισσεύουν δάκρυα, λυπάμαι. Και με συγχωρείς ρε φίλε, αλλά δε θέλω να σε γνωρίσω γιατί δε γουστάρω να έχω ανάγκη καμιά αγκαλιά.


Δεν είμαι δειλή, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.


Και τώρα να 'μαι εδώ ξανά, με μάτια να καίνε και με το στυλό να γλιστράει στο χαρτί κι εγώ να χαίρομαι: Καλωσήρθες Μαριλένα.


Και να ανοίγω την πόρτα στη φωτιά σιγά σιγά, δάκρυ το δάκρυ και να αιμορραγώ ναι να χαίρομαι γιατί αναγνωρίζω εκείνο το κορίτσι στον καθρέφτη. Που είναι μόνη της και πονάει, που δεν της έχει απομείνει τίποτε άλλο από στάχτες που ανασκαλεύει απελπισμένα, που θέλει να φύγει, να ζήσει, να νιώσει κι είναι κολλημένη στο τίποτα αλλά τουλάχιστον έχει τη δύναμη να κλαίει. Και να κερδίζει τα συναισθήματά της πίσω, κι ας πονάει.


Δεν είμαι γενναία, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.




Σε μιαν έρημο ζούσα για χρόνια
Το νερό μου φαρμάκι πικρό
Ο θεός μου μιλούσε για χιόνια
Κι εγώ σώπαινα μήπως σε δω

Κάποιες ώρες γεννιούνται οι ήρωες
Κάποιες ώρες τα όνειρα ζουν
Κι εσύ κρύβεσαι πίσω από πόρτες
Φως κι αέρας ποτέ μη σε δουν

Όταν θα ‘ρθεις εδώ δε θα ‘ναι πια κανείς
Δίπλα σου θα σταθώ ως την άκρη της γης
Δυο σταγόνες χαράς λουσμένες από φως
Μόνο για μια στιγμή

Κάποιος άλλος κοιτάζει απ’ τα μάτια σου
Τα πουλιά σε προσμένουν να ‘ρθεις
Πως κατάφερες πες μου και έγινες
Το πιο όμορφο χάος της γης

Κάποιες ώρες στερεύουν τα δάκρυα
Κάποιες ώρες που κλείνουν πληγές
Θα ‘ρθεις κουρασμένος μ’ όσα είδες στον δρόμο
Σε στιγμές ξεχασμένος, δε θα μένει πια χρόνος
Θα απλώσεις το χέρι, θα χαράξεις μια αρχή
Και τη νύχτα ξανά θα χαθείς


Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Το δωμάτιο με τα ζόμπι.

 Ποτέ δεν τον πήγαινα τον καθηγητή της φωτογραφίας.  Ένας ψωνισμένος μαλάκας είναι που νομίζει πως είναι ο καλλιτέχνης της δεκαετίας.  Αλλά το ακόμα χειρότερο είναι οτι ένας ταγμένος τεμπέλης όπως εγώ δεν αντέχει ούτε για πλάκα αυτή την εκθείαση της ασταμάτητης δουλειάς, δεν αντέχει να ακούει το οτι δεν κοιμάται παρά μόνο όσο χρειάζεται, οτι δεν κάνει ποτέ διάλειμμα, οτι δε λείπει ποτέ από τη δουλειά, κλπ.  Κάθε Τρίτη υποχρεώνομαι να υποστώ επί δίωρον το πόσο ιδιοφυΐα, υπέροχος, γενναίος, ενδιαφέρον, πνευματώδης και ταλαντούχος είναι.  Και γι' αυτό βαθμολογούμαι κυρίες και κύριοι.  Το καλό, που λέτε, που έχει αυτός ο τύπος, είναι πως είναι συνέχεια γεμάτος ενέργεια.  Έχει όρεξη, έχει διάθεση για παιχνίδι με τις μηχανές, έχει θέληση να διδάξει, ακόμα κι αν νομίζει πως είμαστε ένα μάτσο υποδεέστερα όντα που μας κάνει την τιμή της παρουσίας του.

Ένας μαθητής της δευτέρας λυκείου, που έχει πάντα ως πρώτο του μέλημα την κατεύθυνσή του και που διάλεξε φωτογραφία για να λουφάρει αλλά στο τέλος έμεινε μαλάκας επειδή διαπίστωσε οτι έχει δουλειά κι εκείνος δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε την ψυχική διάθεση να είναι με μια φωτογραφική στο χέρι και να παίρνει τους δρόμους, μετά από μια δύσκολη μέρα γεμάτη φυσική, μαθηματικά και άπειρη πνευματική εξόντωση, μπαίνει μέσα στην τάξη τις δύο τελευταίες ώρες με σκοπό να ξεκουραστεί λίγο, να ηρεμήσει το μυαλό του, να σκοτώσει την ώρα του. Λογικό; Λογικό.

Λοιπόν χτες , μπαίνοντας την τάξη αυτός ο τύπος μας είπε το εξής:

- Καλά πώς είστε έτσι όλοι; Σας κοιτάζω και νομίζω οτι μπήκα σε μια τάξη με ζόμπι!

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου.  Ένα κάρο παιδιά με βλέμμα, αποχαυνωμένο, κοιμισμένο, που δεν έχουν επαφή με τον κόσμο, που είναι το καθένα βυθισμένο σε μια δική του άβυσσο σκέψεων που εκεί δε χωράει ούτε καν η ιδέα του να ξεφύγεις λίγο, να φανείς δημιουργικός, να βγάλεις μια χαρούμενη φωτογραφία, να κάνεις κάτι έξω από το καλούπι που σε βάλανε!

Παρακμή.  Καλωσήρθατε στο λύκειο.

Πότε καταλαβαίνεις πως μπήκες στο κλαμπ των "μεγάλων" εφήβων;  Όταν το διάλειμμα δεν είναι πια διασκέδαση, δεν είναι η ώρα που θα ορμήσεις έξω από την τάξη για να κάνεις πλάκα με τους φίλους σου, δεν ακούγονται γέλια, φωνές, δεν έχει φασαρία ρε φίλε.  Δεν έχει χρώματα, όλοι μας βουτηγμένοι σ' αυτό το πένθιμο μαύρο, δεν έχει χαμόγελα, έχει σκυφτά κεφάλια που περιφέρονται κουρασμένα, άτονα.  Και δεν θέλω να το χρεώσω εντελώς στα μαθήματα, ξέρω πως αυτή η ομαδική παράκρουση είναι της ηλικίας, οτι όλοι μας είμαστε σε μια παρακμιακή φάση που θα φύγει του χρόνου όπως θα φύγει και το σχολείο.  Απλά το σχολείο δεν είναι ό,τι ήταν.  Με πιάνω ώρες ώρες να εύχομαι να μην υπήρχε διάλειμμα, να πήγαινα να έκανα τη δουλειά μου, να έπαιρνα ό,τι είναι να πάρω, και να έφευγα.  Οι τάξεις αλλάζουν και δε με νοιάζει να γνωρίσω κόσμο, δε με νοιάζει να κάνω φίλους.

  Έχω μετακομίσει ξανά, όταν ξεκίνησα το γυμνάσιο, που αν δεν είχες φίλους δεν είχες τίποτα, που ήταν αναγκαίο να έχεις κάποιον για να επιβιώσεις.  Τώρα πιέζω το χρόνο να περάσει.  Να φύγω, να τελειώνω μ' αυτό το μαρτύριο, έχω σπουδές στο μυαλό μου, έχω δουλειές στο μυαλό μου.  Οι φίλοι στριμώχτηκαν σ' ένα Σάββατο, σ' ένα δίωρο στον υπολογιστή, σε ένα SMS.  Κι όταν έχεις χρόνο για κείνους;  Δεν έχουν εκείνοι.  Πρέπει προ εβδομάδας να έχεις κλείσει ραντεβού για να τους δεις, και για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να έχουν αποδείξει σε γονείς και λυσσασμένους καθηγητές οτι διαβάζουν αρκετά για την κατεύθυνση, και πρέπει να έχουν διαβάσει για δύο μέρες μπροστά.

Ξέρεις τι;

Το μόνο που ελπίζω είναι να έχουν αυτές οι προσπάθειες κάποιο λόγο για τον οποίο γίνονται. Να μην πάνε στο βρόντο.

Να αξίζει έστω και λίγο που είμαστε ένα μάτσο φαντάσματα των εαυτών μας.

Σκέτα ζόμπι.




Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά
Με κλωτσάει με τα σκυλιά και τους λεπρούς της
Και χτίζει γύρω μου τείχη και κελιά
Για να πετάει τους νόθους γιους της

Είναι ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά
Μα τον διασχίζω με μια ελπίδα απεγνωσμένη
Γεμάτος δώρα, ξόρκια, φυλαχτά,
Γι’ αυτούς που ζουν στη λησμονιά
Και τριγυρνάνε στη ζωή ξεγελασμένοι

Είναι ένας διάβολος που μέσα μου γελά
Κι ένας θεός που με κοιτάζει βαλσαμωμένος
Κι εγώ ανάμεσα τους μια έρημη σκιά
Να ζητιανεύω απαντήσεις πεινασμένος

Είναι μια αγάπη σαν τον θάνατο γλυκιά
Είναι ένα θαύμα που μ’ αφήνει μαγεμένο
Διψάω γι’ άπειρο, πεινάω για ομορφιά
Είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά

Μια χώρα, ένας δρόμος, ο θάνατος κι η ομορφιά
Μες στα σκοτάδια τους πλανιέμαι σαν χαμένος
Και κάνω κύκλους μες σ’ αυτήν την ερημιά
Σαν κάποιο σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά
Από ανθρώπους και θεούς καταραμένος

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Καλησπέρες, καλησπέρες καλησπέρες!


Είπα να στολίσω κι εγώ το μπλογκ και να μπω στο Χριστουγεννιάτοκο κλίμα, και μπορώ να πω οτι μου ταιριάζει πολύ αυτές τις μέρες γιατί έχω μια σχετικά καλή διάθεση (Όχι που θα 'λεγε και τίποτα πιο αισιόδοξο ο άνθρωπος μαυρη-μαυρίλα -πλάκωσε!)


Είναι που πάω Ελλάδα σε πεντ' - έξι μέρες, που θα δω τα φιλαράκια μου, που θα την ξαπλάρω να ξεκουραστώ κιόλας γιατί με πολύ διάβασμα μας πήγε το πρώτο τετράμηνο και μπούχτισα, ε, θα πάρω και κανα δίκιλο ακόμα με όλα τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες αλλά who cares?


Σήμερα έλιωσα στο πισι, ήθελα να κάνω μετά από μέρες όοοοοο, τι θέλω και για όση ώρα θέλω ρε παιδί μου! Έγραφα όλη τη βδομάδα διαγωνίσματα, και ειδικά με το τελέυταίο της γεωμετρίας μου βγήκε ο πάτος με το συμπάθειο, έλυνα όλη μέρα ασκήσεις, αλλά το καλό είναι οτι έχω την εντύπωση πως έγραψα καλά - κρατάω τις επιφυλάξεις μου πάντα. Έτσι λοιπόν, τώρα θα περάσω μερικές μέρες γλυκιάς αποχαύνωσης για να συνέλθω από το σοκ. Γενικά κουράζομαι εύκολα. Δεν είμαι άνθρωπος συνηθισμένος στο πολύ το διάβασμα, μάλλον γιατί ως το γυμνάσιο, άντε και στην αρχή του λυκείου την έβγαζα χωρίς να διαβάζω ιδιαίτερα, απλά προσέχοντας στην παράδοση και με ασκήσεις λυμένες από τα φροντηστήρια. Οπότε είμαι ολίγον τι κακομαθημένη σε αυτά τα θέματα, αν κλείσω δυο ώρες διαβάσματος, μετά όλη τη μέρα θα έχω να λέω πόσο κουράστηκα μέσα από τα παπλώματά μου στα οποία θα έχω κουρνιάξει. Το καλό μου είναι πως έχω μια συνείδηση που δε μου επιτρέπει να πέφτω πολύ στα μαθήματα, οπότε προσπαθώ να πάω κόντρα στην τεμπελιά μου, και ανταμείβομαι με αρκετά καλούς βαθμούς συνήθως.




Κατα τ' άλλα συνεχίζω να μην έχω φίλους εδώ, αλλά αν εξαιρέσεις την οδυνηρή ώρα του διαλείμματος, θα έλεγα πως δεν έχω παράπονο από τη ζωή μου εδώ! Ε, περνάει κι αυτό, μια τυρόπιτα να πας να φας, μια βόλτα από την τουαλέτα και χτυπάει κουδούνι!


Πλάκα πλάκα ο μοναδικός άνθρωπος που έχω συμπαθήσει στο σχολείο είναι η φιλόλογός μου! Εγώ που δεν τα πολυπήγαινα τα φιλολογικά και που η πλειοψηφία των φιλόλογων που είχα ήταν κάτι καρακατακατίνες που μου ξυπνούσαν τα βίαια ένστικτά μου. Αυτή όμως, αν και δε τη συμπαθεί κανείς γιατί είναι πολύ αυστηρή, έχει ένα τόσο ζεστό χαμόγελο και είναι τόσο καλλιεργημένος και έξυπνος άνθρωπος που μπήκε στην καρδιά μου με τη μία! Ήταν η μοναδική που είχε καταλάβει στην αρχή οτι ντεπόμουν να διαβάζω στην τάξη επειδή ακουγόμουν διαφπρετικά από τα παιδιά εδώ που έχουν κυπριακή προφορά, και με μια τόσο απλή της φράση με έκανε να ξεκολλήσω. Έχει σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη, (που να ξερε οτι θέλω κι εγώ!) , έχουμε πάνω κάτω τα ίδια γούστα στη λογοτεχνία, και πάνω από όλα ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ! Για να μην αναφέρω πόσο ευχάριστος συνομιλητής είναι και πόσο τη σέβονται και την εκτιμούν όλοι στο σχολείο (εκτός των μαθητών). Ντάξει, τελικά ίσως και να μου λείψει κάποιος όταν φύγω χαχαχα!


Νομίζω πως με έπιασε μια φλυαρία σήμερα, αλλά καιρό είχα να το κάνω αυτό στο μπλογκ και το καταφχαρηστήθηκα!


Καλά σας Χριστούγεννα, καλή χρονιά αν δεν τα ξαναπούμε, καλά να περάσετε τις γιορτές και πολλά πολλά φιλάκια!!!