Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Αυτο-ψυχανάλυση mood=on.

Dear November


Πάμε λίγο πίσω απόψε...
Σταθμός του μετρό. Γύρω στις 7. Ημερομηνία δε θυμάμαι, πάντως ήταν σίγουρα Πέμπτη. Πάντα Πέμπτη ήταν.
"Επόμενη στάση: Μέγαρο Μουσικής."
Ξεφυσάω αδύναμα και σηκώνομαι. Πάντα στη διαδρομή γέμιζα στιγμιαίες παρορμήσεις. Περνούσε από το Σύνταγμα, το Μοναστηράκι... Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ πώς θα ήταν αν κατέβαινα κάπου αλλού, κάπου με κόσμο, φασαρία, χαρούμενους ανθρώπους, κίνηση. Δεν μπορούσα να σκεφτώ να μην τα στείλω όλα στο διάολο. Αλλά δε το κανα ποτέ.
Ανέβαινα στη Μαβίλη, πάντα με το δίευρο στο χέρι για τον ίδιο γεράκο που καθόταν απέναντι απ' το περίπτερο. Περπατούσα στην ευθεία και χάζευα τον κόσμο. Φρικιά, γιαγιάδες με τα καλά τους, μποέμ τυπάδες με την κιθάρα στην πλάτη... Πάντα ποικιλία. Έφτανα στην πλατεία με τα σιντριβάνια, πάντα πιο νωρίς. Στο περίπτερο γέμιζα με τα περιοδικά όλης της εβδομάδας, τη συλλογή με τις πορσελάνινες κούκλες, Αστερίξ και Λούκυ Λουκ. Ο περιπτεράς ήταν τόσο όμορφος, ακόμα τον θυμάμαι. Είχε δυο φωτεινά μάτια, ένα γλυκό χαμόγελο και πάντα έπαιζε μπουζούκι. Μετά από λίγη σκέψη έπαιρνα και τις αγαπημένες μου ζαχαρωτές καραμέλες για... μετά.
Χαζολογούσα στην πλατεία, άνοιγα τα περιοδικά και τα ξεφύλλιζα, κοιτούσα το νερό που εκτοξευόταν και πάντα όπως έπεφτε μου θύμιζε γυναικείες μορφές.

Ακριβώς πήγε. Την κάνω.

Το κουδούνι απαντούσε αμέσως, δυστυχώς. Ένα παλιό κτήριο με σκουριασμένη πόρτα και μια μυρωδιά κατάθλιψης... Ή έτσι μου φαινόταν; Έκλεινα την πόρτα πίσω μου και χωνόμουν στο στενό, κλειστοφοβικό ανσανσέρ πατώντας τον αριθμό τέσσερα... Και στην πόρτα πάντα εκείνη, με το στημένο, επαγγελματικό της χαμόγελο.

Δε με κάνεις να νιώθω καλύτερα έτσι.

Και ξεκινούσα. Έλεγα, έλεγα, πάντα με πλεγμένα δυνατά τα δάχτυλα, ορθάνοιχτα μάτια, και τον απολογητικό τόνο του ενόχου που προσπαθεί να αποδείξειτην αθωότητά του. Εκείνη άκουγε πάντα υπομονετικά, με την απάντηση που δε θέλω να ακούσω να λάμπει ενοχλητικά στα μάτια της.

-Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί συνέβησαν όλα αυτά;

Τι εννοείς, ηλίθια; Κάνω και τίποτ' άλλο; 

 - Απ' ό,τι κατάλαβα, όταν θέλετε κάτι, απλά απλώνετε το χέρι και το παίρνετε. Δε σκεφτήκατε ποτέ να αντισταθείτε σε έναν πειρασμό, ακόμα κι αν μακροπρόθεσμα θα σας βλάψει.

Καρφώνω τα μάτια μου πάνω της. Συνεχίζει.

- Ίσως αυτό να σχετίζεται άμεσα και με το πρόβλημα που έχετε με τα κιλά σας, δεν επιβάλλεστε στον εαυτό σας, απλά αφήνεστε.

- Ναι. Ναι, αυτό είναι. Ισχύει. Είπα πιο πολύ σε μένα παρά σε κείνη.

Πόσο αλήθεια, πόσο εγώ... Σηκώθηκα και έφυγα με τα βήματά μου βαριά και τη σκέψη αυτή να τριβελίζει το κεφάλι μου. Έχωσα το χέρι στην τσέπη και έπιασα το κουτί με τις καραμελίτσες. Το έπαιξα λίγο στα δάχτυλά μου και με μια κίνηση άνοιξα το καπάκι, το έφερα στο στόμα και τις κατέβασα όλες. Ένιωσα μια έντονη επιθυμία να κλάψω.

Να τι ήμουν. Ένα έρμαιο των επιθυμιών μου. Να γιατί έγιναν όλα. Γιατί δεν αντιστάθηκα σε τίποτα ποτέ. Είχα πάντα μια ακόρεστη δίψα να γευτώ την κάθε πλευρά της ζωής, να πονέσω, να παθιαστώ, να ζήσω τα πάντα. Δεν έμαθα ποτέ να λέω όχι στον εαυτό μου. Δεν έμαθα ποτέ να συγκρατούμαι, αν ένα πράγμα μίσησα απότότε που θυμάμαι τον εαυτό μου αυτό είναι τα όρια. Μου βάζεις όρια; Θα τα σπάσω και μετά θα σε πετάξω απ τη ζωή μου. Έτσι απλά.

Ω, ένιωσα τόσο αδύναμη εκείνη τη στιγμή. Με είχε συγκλονίσει αυτή η ανακάλυψη για τον εαυτό μου. Η μόνη σχέση που είχα με τη λογική ποτέ ήταν το οτι καταλάβαινα μαθηματικά. Αλλά βέβαια... Την κατάλαβα και την απέρριψα τη λογική.

Και πάμε στο σήμερα.

Ακόμα την απορρίπτω, ακόμα τη μισώ, ακόμα τη θεωρώ αντίθετο της ζωής. Όμως έμαθα για μένα κάτι πολύ σημαντικό. Δεν. είμαι. αδύναμη.- Μπορώ με μια απόφαση να στείλω στο διάολο συνήθειες μιας ζωής, όπως τα γλυκά. Μπορώ σε ένα μήνα να χάσω δέκα κιλά γιατί έτσι μου κατέβηκε. Μπορώ να στείλω στο διάολο ότι με βλάπτει ΓΙΑΤΙ ΜΠΟΡΩ. Αλλά μόνο ως εκεί. Γιατί αν την ξαναέβλεπα σήμερα ξέρεις τι θα της έλεγα;

Δε μετανιώνω που πήγα εκεί και γύρισα. Δε μετανιώνω που δοκίμασα. Δε μετανιώνω που έζησα και που πήγα κι έπεσα με φόρα στον τοίχο κι ας έσπασα το κεφάλι μου. Δε μετανιώνω που χτύπησα γροθιά σε σπαθί, και δε μετανιώνω όχι γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο διδακτικό από το πέσιμο, ούτε γιατί δεν αντιστέκομαι στους πειρασμούς. Δε μετανιώνω γιατί το έζησα. Ακόμα κι αν ήταν λάθος.

Συμπέρασμα;
Όχι, δε θα το ξανάκανα.
Ναι, δύσκολα λέω όχι στον εαυτό μου.
Ναι, έμαθα από τα λάθη μου.
Ναι, ξέρω να επιβιώνω.


Καληνύχτα.










Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Το ανσανσέρ.

Μια φωνή. Μια φωνή μόνο να με βγάζει από το τίποτα κάθε βράδυ για να μπορώ να κοιμάμαι, να μιλάω για βλακείες, να γελάω, και να 'μαι εγώ.  Μια φωνή, ένα χέρι, πέντε λέξεις στο κινητό, ένα μήνυμα που να μη μεταφράζεται σε "σε χρειάζομαι", αλλά σε "σε σκέφτηκα", "σε νοιάστηκα", "θέλω να ξέρω πως είσαι καλά", "μου λείπεις".

Κι είναι σα μια σταγόνα δροσερό νερό στο κατάξερο χώμα, σαν να εισπνέεις καθαρό αέρα την ώρα που το οξυγόνο σου τελειώνει κι αυτό το άθλιο τίποτα σου πλακώνει το στήθος κι έρχεται να σε νικήσει ενώ εσύ κουνάς άνευρα τις γροθιές σου, λες κι έχεις δύναμη.  Και γίνεσαι όλος μια μπάλα, χέρια, πόδια, δάκρυα και κουβέρτες και μαλλιά.

Έχουνε τέλος οι κατηφόρες;

Θυμάμαι μια ζωή να 'μαι σίγουρη πως έφτασα στον πάτο, κι εκεί που ηρεμώ κι αρχίζω να κάνω τα πρώτα μου βήματα προς το φως εκείνος δονείται, και βουλιάζει, και βαθαίνει, και μια φωνή στο βάθος του μυαλού μου γελά κοροϊδευτικά: "Δεν έχεις δει τίποτε ακόμη."

Μια φωνή.  Όχι ρε, δεν τον αντέχω τον εαυτό μου, κι έτσι όπως έγινε μόνο φαρμάκι έχει μέσα του πια.  Κι είναι αδύναμος, τόσο αδύναμος...  Ένας πύργος από τραπουλόχαρτα είναι που καταρρέει με την παραμικρή υποψία αέρα.  Αυτο-συντηρείται με μικρές ενέσεις ντροπής ("Και πώς θα πέσεις τώρα, θες να σε δουν να πέφτεις; Τι θα αξίζεις αν πέσεις ε;  Κοίτα τους άλλους, κοίτα τους πιο δυνατούς, κοίτα εκείνους που βλέπουνε τον ήλιο στα μάτια."), και γίνεται χώμα με μια λέξη (ή την απουσία της), μια σκέψη, μια αλλαγή στον αέρα. 

Και ποια φωνή προσφέρεται άραγε να αντέξει τόση απελπισία; Κανείς απ' αυτούς που σ'αγαπάνε μονάχα όταν είσαι ο κλόουν, μονάχα όταν γελάς, και μιλάς, και είσαι αστείος, και η παρουσία σου είναι αισθητή.  Αλλιώς είναι όλοι έτοιμοι να σ' αφήσουν στην ανυπαρξία σου, μόνο, δεν έχει χέρια πια.  Αλλά μήπως κι εσύ αυτό δεν κάνεις;  Μήπως αυτό δε χρειάζεσαι;  Θες κάποιον να σε κάνει να γελάς και να ξεχνιέσαι, κι όχι κάποιον που θα συμπάσχει με τη μιζέρια σου και θα της κάνει και παρέα.

Και μήπως αυτό είναι οι άλλοι; Μια φωνή που μας βγάζει για λίγο από τον απέραντο πόνο μας; Μήπως λειτουργούν σαν ναρκωτικό - έστω προσωρινό - για να μας ανεβάζουν μαζί τους; 

Κι εσύ ακόμα, αν βγεις έξω θα ξεχωρίσεις μεμιάς το πρόσωπο εκείνου που έχει φίλους από του μίζερου, του μόνου, αυτού που στέκεται απλά για να σταθεί γιατί ίσως μια μέρα ο ουρανός θα γίνει ξάστερος, καθάριος.  Και γιατί ίσως ο πάτος να μην έχει μόνο καθοδική πορεία, ίσως να λειτουργεί σαν ανσανσέρ με κρυμμένα κάπου τα κουμπιά. Ίσως.

Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Και μετά;

Dear November.
Ξεκινώντας, thank God που μου ξαναήρθε η όρεξη για γράψιμο. Ίσως να σημαίνει πως κάτι από μένα γυρίζει. Θα χρειαστώ λίγο χρόνο για να μπορέσω να έχω ξανά κάποια συνάφεια στα όσα γράφω, αλλά ειλικρινά ποιος χέστηκε τη στιγμή που ευχαριστώ τον εαυτό μου που μπορεί ξανά και κλαίει;


Μεγάλο δώρο τα συναισθήματα...


Και στην έρημο δεν είχαν φύγει, μα ήταν τόσα πολλά, τόσο ορμητικά, τόσο καταστροφικά που δεν τα άντεξα και τους έκλεισα την πόρτα.


Believe it or not, δεν είμαι δειλή, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.


Και την πόρτα την έκαιγε φωτιά, μεγάλη φωτιά, φωτιά γεμάτη οργή, φωτιά γεμάτη


μισώφοβάμαιαντέχωζηλεύωνοσταλγώδενυπάρχωείμαιμισή και


πονάωπονάωπονάωπονάωπονάωπονάωπονάω.


Κι εγώ καιγόμουν ολόκληρη κι απ' έξω το τίποτα, μια κέρινη μάσκα, μια άδεια ζωή, πλαστελίνες στους τοίχους και τσαλακωμένα βιβλία και χρώματα σε ασπρόμαυρες κόλλες χαρτί.


Ναι, κάποιοι τα λύνουν έτσι τα ψυχολογικά τους.


Και παράτα με κοπέλα μου, δε θέλω να σου πω καλημέρα για να μη σ' αγαπήσω και μετά σε χάσω και δε μου περισσεύουν δάκρυα, λυπάμαι. Και με συγχωρείς ρε φίλε, αλλά δε θέλω να σε γνωρίσω γιατί δε γουστάρω να έχω ανάγκη καμιά αγκαλιά.


Δεν είμαι δειλή, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.


Και τώρα να 'μαι εδώ ξανά, με μάτια να καίνε και με το στυλό να γλιστράει στο χαρτί κι εγώ να χαίρομαι: Καλωσήρθες Μαριλένα.


Και να ανοίγω την πόρτα στη φωτιά σιγά σιγά, δάκρυ το δάκρυ και να αιμορραγώ ναι να χαίρομαι γιατί αναγνωρίζω εκείνο το κορίτσι στον καθρέφτη. Που είναι μόνη της και πονάει, που δεν της έχει απομείνει τίποτε άλλο από στάχτες που ανασκαλεύει απελπισμένα, που θέλει να φύγει, να ζήσει, να νιώσει κι είναι κολλημένη στο τίποτα αλλά τουλάχιστον έχει τη δύναμη να κλαίει. Και να κερδίζει τα συναισθήματά της πίσω, κι ας πονάει.


Δεν είμαι γενναία, μόνο του έγινε. Όλα μόνα τους έγιναν.




Σε μιαν έρημο ζούσα για χρόνια
Το νερό μου φαρμάκι πικρό
Ο θεός μου μιλούσε για χιόνια
Κι εγώ σώπαινα μήπως σε δω

Κάποιες ώρες γεννιούνται οι ήρωες
Κάποιες ώρες τα όνειρα ζουν
Κι εσύ κρύβεσαι πίσω από πόρτες
Φως κι αέρας ποτέ μη σε δουν

Όταν θα ‘ρθεις εδώ δε θα ‘ναι πια κανείς
Δίπλα σου θα σταθώ ως την άκρη της γης
Δυο σταγόνες χαράς λουσμένες από φως
Μόνο για μια στιγμή

Κάποιος άλλος κοιτάζει απ’ τα μάτια σου
Τα πουλιά σε προσμένουν να ‘ρθεις
Πως κατάφερες πες μου και έγινες
Το πιο όμορφο χάος της γης

Κάποιες ώρες στερεύουν τα δάκρυα
Κάποιες ώρες που κλείνουν πληγές
Θα ‘ρθεις κουρασμένος μ’ όσα είδες στον δρόμο
Σε στιγμές ξεχασμένος, δε θα μένει πια χρόνος
Θα απλώσεις το χέρι, θα χαράξεις μια αρχή
Και τη νύχτα ξανά θα χαθείς


Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Το δωμάτιο με τα ζόμπι.

 Ποτέ δεν τον πήγαινα τον καθηγητή της φωτογραφίας.  Ένας ψωνισμένος μαλάκας είναι που νομίζει πως είναι ο καλλιτέχνης της δεκαετίας.  Αλλά το ακόμα χειρότερο είναι οτι ένας ταγμένος τεμπέλης όπως εγώ δεν αντέχει ούτε για πλάκα αυτή την εκθείαση της ασταμάτητης δουλειάς, δεν αντέχει να ακούει το οτι δεν κοιμάται παρά μόνο όσο χρειάζεται, οτι δεν κάνει ποτέ διάλειμμα, οτι δε λείπει ποτέ από τη δουλειά, κλπ.  Κάθε Τρίτη υποχρεώνομαι να υποστώ επί δίωρον το πόσο ιδιοφυΐα, υπέροχος, γενναίος, ενδιαφέρον, πνευματώδης και ταλαντούχος είναι.  Και γι' αυτό βαθμολογούμαι κυρίες και κύριοι.  Το καλό, που λέτε, που έχει αυτός ο τύπος, είναι πως είναι συνέχεια γεμάτος ενέργεια.  Έχει όρεξη, έχει διάθεση για παιχνίδι με τις μηχανές, έχει θέληση να διδάξει, ακόμα κι αν νομίζει πως είμαστε ένα μάτσο υποδεέστερα όντα που μας κάνει την τιμή της παρουσίας του.

Ένας μαθητής της δευτέρας λυκείου, που έχει πάντα ως πρώτο του μέλημα την κατεύθυνσή του και που διάλεξε φωτογραφία για να λουφάρει αλλά στο τέλος έμεινε μαλάκας επειδή διαπίστωσε οτι έχει δουλειά κι εκείνος δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε την ψυχική διάθεση να είναι με μια φωτογραφική στο χέρι και να παίρνει τους δρόμους, μετά από μια δύσκολη μέρα γεμάτη φυσική, μαθηματικά και άπειρη πνευματική εξόντωση, μπαίνει μέσα στην τάξη τις δύο τελευταίες ώρες με σκοπό να ξεκουραστεί λίγο, να ηρεμήσει το μυαλό του, να σκοτώσει την ώρα του. Λογικό; Λογικό.

Λοιπόν χτες , μπαίνοντας την τάξη αυτός ο τύπος μας είπε το εξής:

- Καλά πώς είστε έτσι όλοι; Σας κοιτάζω και νομίζω οτι μπήκα σε μια τάξη με ζόμπι!

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου.  Ένα κάρο παιδιά με βλέμμα, αποχαυνωμένο, κοιμισμένο, που δεν έχουν επαφή με τον κόσμο, που είναι το καθένα βυθισμένο σε μια δική του άβυσσο σκέψεων που εκεί δε χωράει ούτε καν η ιδέα του να ξεφύγεις λίγο, να φανείς δημιουργικός, να βγάλεις μια χαρούμενη φωτογραφία, να κάνεις κάτι έξω από το καλούπι που σε βάλανε!

Παρακμή.  Καλωσήρθατε στο λύκειο.

Πότε καταλαβαίνεις πως μπήκες στο κλαμπ των "μεγάλων" εφήβων;  Όταν το διάλειμμα δεν είναι πια διασκέδαση, δεν είναι η ώρα που θα ορμήσεις έξω από την τάξη για να κάνεις πλάκα με τους φίλους σου, δεν ακούγονται γέλια, φωνές, δεν έχει φασαρία ρε φίλε.  Δεν έχει χρώματα, όλοι μας βουτηγμένοι σ' αυτό το πένθιμο μαύρο, δεν έχει χαμόγελα, έχει σκυφτά κεφάλια που περιφέρονται κουρασμένα, άτονα.  Και δεν θέλω να το χρεώσω εντελώς στα μαθήματα, ξέρω πως αυτή η ομαδική παράκρουση είναι της ηλικίας, οτι όλοι μας είμαστε σε μια παρακμιακή φάση που θα φύγει του χρόνου όπως θα φύγει και το σχολείο.  Απλά το σχολείο δεν είναι ό,τι ήταν.  Με πιάνω ώρες ώρες να εύχομαι να μην υπήρχε διάλειμμα, να πήγαινα να έκανα τη δουλειά μου, να έπαιρνα ό,τι είναι να πάρω, και να έφευγα.  Οι τάξεις αλλάζουν και δε με νοιάζει να γνωρίσω κόσμο, δε με νοιάζει να κάνω φίλους.

  Έχω μετακομίσει ξανά, όταν ξεκίνησα το γυμνάσιο, που αν δεν είχες φίλους δεν είχες τίποτα, που ήταν αναγκαίο να έχεις κάποιον για να επιβιώσεις.  Τώρα πιέζω το χρόνο να περάσει.  Να φύγω, να τελειώνω μ' αυτό το μαρτύριο, έχω σπουδές στο μυαλό μου, έχω δουλειές στο μυαλό μου.  Οι φίλοι στριμώχτηκαν σ' ένα Σάββατο, σ' ένα δίωρο στον υπολογιστή, σε ένα SMS.  Κι όταν έχεις χρόνο για κείνους;  Δεν έχουν εκείνοι.  Πρέπει προ εβδομάδας να έχεις κλείσει ραντεβού για να τους δεις, και για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να έχουν αποδείξει σε γονείς και λυσσασμένους καθηγητές οτι διαβάζουν αρκετά για την κατεύθυνση, και πρέπει να έχουν διαβάσει για δύο μέρες μπροστά.

Ξέρεις τι;

Το μόνο που ελπίζω είναι να έχουν αυτές οι προσπάθειες κάποιο λόγο για τον οποίο γίνονται. Να μην πάνε στο βρόντο.

Να αξίζει έστω και λίγο που είμαστε ένα μάτσο φαντάσματα των εαυτών μας.

Σκέτα ζόμπι.




Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά
Με κλωτσάει με τα σκυλιά και τους λεπρούς της
Και χτίζει γύρω μου τείχη και κελιά
Για να πετάει τους νόθους γιους της

Είναι ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά
Μα τον διασχίζω με μια ελπίδα απεγνωσμένη
Γεμάτος δώρα, ξόρκια, φυλαχτά,
Γι’ αυτούς που ζουν στη λησμονιά
Και τριγυρνάνε στη ζωή ξεγελασμένοι

Είναι ένας διάβολος που μέσα μου γελά
Κι ένας θεός που με κοιτάζει βαλσαμωμένος
Κι εγώ ανάμεσα τους μια έρημη σκιά
Να ζητιανεύω απαντήσεις πεινασμένος

Είναι μια αγάπη σαν τον θάνατο γλυκιά
Είναι ένα θαύμα που μ’ αφήνει μαγεμένο
Διψάω γι’ άπειρο, πεινάω για ομορφιά
Είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά

Μια χώρα, ένας δρόμος, ο θάνατος κι η ομορφιά
Μες στα σκοτάδια τους πλανιέμαι σαν χαμένος
Και κάνω κύκλους μες σ’ αυτήν την ερημιά
Σαν κάποιο σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά
Από ανθρώπους και θεούς καταραμένος