Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Το δωμάτιο με τα ζόμπι.

 Ποτέ δεν τον πήγαινα τον καθηγητή της φωτογραφίας.  Ένας ψωνισμένος μαλάκας είναι που νομίζει πως είναι ο καλλιτέχνης της δεκαετίας.  Αλλά το ακόμα χειρότερο είναι οτι ένας ταγμένος τεμπέλης όπως εγώ δεν αντέχει ούτε για πλάκα αυτή την εκθείαση της ασταμάτητης δουλειάς, δεν αντέχει να ακούει το οτι δεν κοιμάται παρά μόνο όσο χρειάζεται, οτι δεν κάνει ποτέ διάλειμμα, οτι δε λείπει ποτέ από τη δουλειά, κλπ.  Κάθε Τρίτη υποχρεώνομαι να υποστώ επί δίωρον το πόσο ιδιοφυΐα, υπέροχος, γενναίος, ενδιαφέρον, πνευματώδης και ταλαντούχος είναι.  Και γι' αυτό βαθμολογούμαι κυρίες και κύριοι.  Το καλό, που λέτε, που έχει αυτός ο τύπος, είναι πως είναι συνέχεια γεμάτος ενέργεια.  Έχει όρεξη, έχει διάθεση για παιχνίδι με τις μηχανές, έχει θέληση να διδάξει, ακόμα κι αν νομίζει πως είμαστε ένα μάτσο υποδεέστερα όντα που μας κάνει την τιμή της παρουσίας του.

Ένας μαθητής της δευτέρας λυκείου, που έχει πάντα ως πρώτο του μέλημα την κατεύθυνσή του και που διάλεξε φωτογραφία για να λουφάρει αλλά στο τέλος έμεινε μαλάκας επειδή διαπίστωσε οτι έχει δουλειά κι εκείνος δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε την ψυχική διάθεση να είναι με μια φωτογραφική στο χέρι και να παίρνει τους δρόμους, μετά από μια δύσκολη μέρα γεμάτη φυσική, μαθηματικά και άπειρη πνευματική εξόντωση, μπαίνει μέσα στην τάξη τις δύο τελευταίες ώρες με σκοπό να ξεκουραστεί λίγο, να ηρεμήσει το μυαλό του, να σκοτώσει την ώρα του. Λογικό; Λογικό.

Λοιπόν χτες , μπαίνοντας την τάξη αυτός ο τύπος μας είπε το εξής:

- Καλά πώς είστε έτσι όλοι; Σας κοιτάζω και νομίζω οτι μπήκα σε μια τάξη με ζόμπι!

Ρίχνω μια ματιά γύρω μου.  Ένα κάρο παιδιά με βλέμμα, αποχαυνωμένο, κοιμισμένο, που δεν έχουν επαφή με τον κόσμο, που είναι το καθένα βυθισμένο σε μια δική του άβυσσο σκέψεων που εκεί δε χωράει ούτε καν η ιδέα του να ξεφύγεις λίγο, να φανείς δημιουργικός, να βγάλεις μια χαρούμενη φωτογραφία, να κάνεις κάτι έξω από το καλούπι που σε βάλανε!

Παρακμή.  Καλωσήρθατε στο λύκειο.

Πότε καταλαβαίνεις πως μπήκες στο κλαμπ των "μεγάλων" εφήβων;  Όταν το διάλειμμα δεν είναι πια διασκέδαση, δεν είναι η ώρα που θα ορμήσεις έξω από την τάξη για να κάνεις πλάκα με τους φίλους σου, δεν ακούγονται γέλια, φωνές, δεν έχει φασαρία ρε φίλε.  Δεν έχει χρώματα, όλοι μας βουτηγμένοι σ' αυτό το πένθιμο μαύρο, δεν έχει χαμόγελα, έχει σκυφτά κεφάλια που περιφέρονται κουρασμένα, άτονα.  Και δεν θέλω να το χρεώσω εντελώς στα μαθήματα, ξέρω πως αυτή η ομαδική παράκρουση είναι της ηλικίας, οτι όλοι μας είμαστε σε μια παρακμιακή φάση που θα φύγει του χρόνου όπως θα φύγει και το σχολείο.  Απλά το σχολείο δεν είναι ό,τι ήταν.  Με πιάνω ώρες ώρες να εύχομαι να μην υπήρχε διάλειμμα, να πήγαινα να έκανα τη δουλειά μου, να έπαιρνα ό,τι είναι να πάρω, και να έφευγα.  Οι τάξεις αλλάζουν και δε με νοιάζει να γνωρίσω κόσμο, δε με νοιάζει να κάνω φίλους.

  Έχω μετακομίσει ξανά, όταν ξεκίνησα το γυμνάσιο, που αν δεν είχες φίλους δεν είχες τίποτα, που ήταν αναγκαίο να έχεις κάποιον για να επιβιώσεις.  Τώρα πιέζω το χρόνο να περάσει.  Να φύγω, να τελειώνω μ' αυτό το μαρτύριο, έχω σπουδές στο μυαλό μου, έχω δουλειές στο μυαλό μου.  Οι φίλοι στριμώχτηκαν σ' ένα Σάββατο, σ' ένα δίωρο στον υπολογιστή, σε ένα SMS.  Κι όταν έχεις χρόνο για κείνους;  Δεν έχουν εκείνοι.  Πρέπει προ εβδομάδας να έχεις κλείσει ραντεβού για να τους δεις, και για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να έχουν αποδείξει σε γονείς και λυσσασμένους καθηγητές οτι διαβάζουν αρκετά για την κατεύθυνση, και πρέπει να έχουν διαβάσει για δύο μέρες μπροστά.

Ξέρεις τι;

Το μόνο που ελπίζω είναι να έχουν αυτές οι προσπάθειες κάποιο λόγο για τον οποίο γίνονται. Να μην πάνε στο βρόντο.

Να αξίζει έστω και λίγο που είμαστε ένα μάτσο φαντάσματα των εαυτών μας.

Σκέτα ζόμπι.




Είναι μια χώρα που με διώχνει μακριά
Με κλωτσάει με τα σκυλιά και τους λεπρούς της
Και χτίζει γύρω μου τείχη και κελιά
Για να πετάει τους νόθους γιους της

Είναι ένας δρόμος που δεν βγάζει πουθενά
Μα τον διασχίζω με μια ελπίδα απεγνωσμένη
Γεμάτος δώρα, ξόρκια, φυλαχτά,
Γι’ αυτούς που ζουν στη λησμονιά
Και τριγυρνάνε στη ζωή ξεγελασμένοι

Είναι ένας διάβολος που μέσα μου γελά
Κι ένας θεός που με κοιτάζει βαλσαμωμένος
Κι εγώ ανάμεσα τους μια έρημη σκιά
Να ζητιανεύω απαντήσεις πεινασμένος

Είναι μια αγάπη σαν τον θάνατο γλυκιά
Είναι ένα θαύμα που μ’ αφήνει μαγεμένο
Διψάω γι’ άπειρο, πεινάω για ομορφιά
Είμαι ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά

Μια χώρα, ένας δρόμος, ο θάνατος κι η ομορφιά
Μες στα σκοτάδια τους πλανιέμαι σαν χαμένος
Και κάνω κύκλους μες σ’ αυτήν την ερημιά
Σαν κάποιο σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά
Από ανθρώπους και θεούς καταραμένος