Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Πρακτικές εφαρμογές στο νόμο του Μέρφι.

Dear November.
Χτες ήρθα πρώτη μέρα Ελλάδα. Μέχρι Σάββατο θα κάτσω, και δυστυχώς πρέπει να πάω και χωριό σήμερα για να δω τον πατέρα, οπότε φαντάζεστε...Θα έχω δίπλα και την Αθήνα και την Ελευσίνα και θα κάθομαι στο κατσικοχώρι να βαριέμαι, τα θυμήθηκα και νευρίασα τώρα.
Χτες πήρα το αεροπλάνο από Λάρνακα στις 4 το μεσημέρι, αφού προηγήθηκε σφάξιμο με τη μάνα μου που βαριότανε να με πάει (τελικά με πήγε). Έξι και κάτι έφτασα Αθήνα, και βλακωδώς νόμιζα πως το ατελείωτο "περίμενε" της βαλίτσας, ήταν η μεγαλύτερη ταλαιπωρία που είχα να περάσω. Βγαίνω έξω κοντεύοντας να εκραγώ από τη χαρά μου που ήμουν απόλυτα μόνη και δε με περίμενε κανείς, και φυσικά...Χάνομαι. Εδώ χάνομαι στη γειτονιά μου εγώ, στο Βενιζέλος που δεν έχω ξαναπάει και μόνη μου δε θα χανόμουνα; Τέλος πάντων, αφού κάτι ευγενικοί περαστικοί έβαλαν το χεράκι τους βρήκα τρόπο να φτάσω μέχρι το μετρό ή τον προαστιακό. Απεργία όλα. Δεν πειράζει λέω, ξαναμπαίνω στο αεροδρόμιο και ξαναχάνομαι. Μετά από κανά μισάωρο περιπλάνηση επέστρεψα εκεί που είχα βγεί στην αρχή και κοίταξα μήπως βρω κανα ταξί. Τίποτε, όλα πιασμένα. Στράφηκα κι εγώ στη λύση του λεοφωρείου. Πάω στο σταθμαρχείο και ρωτάω ποιό μπορώ να πάρω για να πάω ή Αιγάλεω ή Νίκαια. Μου είπε πως και για τα 2 έπρεπε να πάρω το Χ95 και να κατεβω στο νομισματοκοπείο. το εκδοτήριο ειστηρίων ήταν δίπλα μου, αλλά είχε μια ουρά ΝΑ με το συμπάθειο, οπότε λέω "ας μην πάρω εισητήριο, σιγά". Μπαίνω μέσα στο λεοφωρείο και ήταν μόνο ένας μαυρούλης με την κοπέλα του. Άρχισε μετά να γεμίζει κόσμο, και μεταξύ άλλων μπήκε και ένας τύπος με μια στολή με μπλε γιλέκο. Μπορείτε να με δουλέψετε ΟΣΟ θέλετε, αλλά δεν έχω ιδέα αν οι ελεγκτές εισητηριων φοράνε στολή ή ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους επιβάτες με κάποιον τρόπο. Οπότε λέω ας την κάνω με ελαφρά για να μη φαω όλο το χαρτζηλίκι στο πρόστιμο. Εκεί που ξανάρχισα να περιπλανιέμαι και ετοιμαζόμουν να πάρω τη μάνα μου για να ξεσπάσω κάπου για την τύχη μου τη μαύρη, κάποιος με χτυπάει στον ώμο. Ο μαυρούλης του λεοφωρείου. Μου είπε σε κάτι σχεδόν-αγγλικά οτι είχα ξεχάσει την τσάντα μου μέσα. Με εισητήρια, πορτοφόλια, ταυτότητες, τα πάντα όλα. Ξαναμπαίνω κι εγώ στο λεοφωρείο να την πάρω και τσααααααααακ, ξεκινάει το λεοφωρείο και με παίρνει μαζί του. Η κοπέλα του μαυρούλη που ήταν Ελληνίδα με ρώτησε που θέλω να πάω, και μήπως δε χρειαζόταν να φύγω. της είπα κι εγώ οτι ήθελα να κατέβω νομισματοκοπείο, και μου είπε να ρωτήσω τον οδηγό για να μου πει που να κατέβω. Πήγα σέρνοντας τα πόδια μου στον οδηγό, και μου είπε πως θα φτάναμε σε μισή ώρα. Τελικά ο τύπος με το γιλέκο δεν ήταν ελεγκτής και κατέβηκε πολύ πιο πριν από μένα, αλλά εγώ είχα κλάσει πατάτες μέχρι να κατέβει. Με τα πολλά, και με τη βοήθεια της κοπέλας, κατεβαίνω στο νομισματοκοπείο και είμαι ξανά στη μέση του πουθενά. Στα πεζούλια γύρω γύρω κάθονταν κάτι τύποι που ούτε να τους πλησιάσω στα δέκα μέτρα δεν τολμούσα, και στο παγκάκι της στάσης μια (μάλλον Ρωσίδα) γιαγιά. Επέλεξα τη γιαγιά ως ασφαλέστερη επιλογή, και της έκανα όσο πιο λιανά μπορούσα το που προσπαθούσα να πάω. Δεν ήξερε ποιό λεοφωρείο να πάρω, αλλά μου έδειξε το μετρό που ήταν από πίσω. Εγώ ήξερα πως το μετρό έχει απεργία και ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάμματα, αλλά ΗΤΑΝ ΑΝΟΙΧΤΟ! Μπήκα μέσα, ΕΚΟΨΑ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ και πήγα Αιγάλεω. Από κει πήρα ταξί για Νίκαια και πήγα στη γιαγιά στο νοσοκομείο. Βλέπω έναν παππού να πηγαίνει στο ανσανσερ, του κάνω:
-Συγγνώμη, μήπως ξέρετε που είναι το Νευρολογικό;
-Κοίτα την ταμπέλα απέναντι κορίτσι μου...Α! Να, εκεί. Αριστερα λέει πως είναι.
Παίρνει το ανσανσέρ και φεύγει, έχασα και το ανσανσερ. Πάω στην ταμπέλα να βρω μια άκρη και ξαφνικά διαπιστώνω οτι δεν έλεγε Νευρολογικό, αλλά νεφρολογικό η ταμπέλα! Το τι του έσουρα από μέσα μου του παππού δε λέγεται! Ευτυχώς πλησίασε ένας κούκλος γιατρός και ρώτησα για το νευρολογικό και μου εξήγησε. Με τα πολλά, βρήκα και το δωμάτιο της γιαγιάς, πήρα το κλειδί του σπιτιού και την έκανα για Ελευσίνα με ταξί. Έφτασα Ελευσίνα, βρήκα τις φίλες μου, αγκαλιάσματα, ξανασμίξιμο και τα λοιπά, φάγαμε και πίτσα και στο τέλος ήρθε να μας πάει σπίτι ο μπαμπάς της Αγγελικής. Μόλις φτάσαμε σπίτι μου, κοιτάω από δω, κοιτάω από κει, πουθενά τα κλειδιά! Το που τα ξέχασα κι αυτά παραμένει μυστήριο. Πήραμε φακούς, ιστορίες, χτυπήσαμε κουδούνια, τίποτε. Μου πρότειναν και να με φιλοξενήσουν γι απόψε, αλλά πάνω στην ώρα ήρθε μια κοπέλα που έμενε στο σπίτι, και βρήκα ευκαιρία να περάσω την εξώπορτα. Οτι μας κοιτούσε σαν να ήμασταν εγκληματίες μας κοιτούσε, αλλά τουλάχιστον μπήκα. Έψαξα σε μια συρταριέρα στο διάδρομο που ξέρω πως έχει δεύτερο κλειδί, και μαντέψτε: ΔΕ ΒΡΗΚΑ ΤΙΠΟΤΕ! Ξαναπήγα κάτω να δω μήπως είχε μείνει ο κ. Γιώργος να δεχτώ τη φιλοξενία ή να πάρω τηλέφωνο τη μαμά, αλλά είχε φύγει. Η μπαταρία από το ελληνικό τηλέφωνο είχε πέσει, αλλά ευτυχώς σε λίγο πήρε η μαμά στο Κυπριακό. Της παραπονέθηκα κι εκεί αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα, εκτός από το να με κατηγορεί για την αφηρημάδα μου, και της το έκλεισα στα μούτρα. μην κλάψεις Μάρσυ, μην κλάψεις. Στο τέλος βρήκα το κλειδί μέσα σε ένα κουτάκι για λάμπες (ο_0), μπήκα στο σπίτι, χαιρέτησα το Μητσάρα (το καναρίνι μου) και έπεσα ξερή στο κρεβάτι, ευγνώμων που κατέληξε τουλάχιστον καλά.

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Μπλογκοπαίχνιδο: Απραγματοποίητα όνειρα.

Μετά από πρόσκληση της φίλης μουά , είπα να παίξω κι εγω το παιχνίδι των απραγματοποίητων ονείρων!






Λοιπόοοον...Η Μάρσυ ως μια αγανακτισμένη έφηβη με πάμπολλες τάσεις φυγής ξέρετε τι ονειρεύεται κάθε μέρα; Να φύγει, ω, ναι. Κάθομαι και ονειρεύομαι με τις ώωωωρες πως θα είναι όταν τελειώσω σε 15 μήνες και κάτι ψιλά με το σχολείο και πάω να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη και θα με χωρίζουν μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα από την υπόλοιπη οικογένεια, οπότε θα είμαι χαρούμενη, ήρεμη κι ευτυχισμένη.
Ονειρεύομαι, ακόμα και μετά να μένω σε μεγάλη πόλη, γιατί απεχθάνομαι τα χωριά, και επίσης ονειεύομαι να έχω πάντα στο πλάι μου τους αγαπημένους μου ανθρώπους. Και να έχω πολλούς τέτοιους. Όχι πως δε μου φτάνουν οι λίγοι, απλά πολλοί και καλοί είναι καλύτεροι από τους λίγους και καλούς. Και ναι, ξέρω. Θέλω και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο.
Θέλω επίσης να έχω μεγαλώνοντας αρκετές ευκαιρίες για ταξίδια. Βασικά θέλω να γυρίσω τον κόσμο, να πάω παντού, να δω τα πάντα. 
Θέλω να έρθει μια μέρα που θα ηρεμήσω ψυχικά και δε θα έχω συνεχώς αυτό το συναισθηματικό πάνω-κάτω, γιατί με έχει κουράσει πλέον.
Ε, και ναι. Όχι πως δε θα ζήσω χωρίς αυτό, αλλά αν γίνεται θα θελα να ζήσω και έναν έρωτα.


Αυτά τα ολίγα από μένα. Ελπίζω μόνο να μη σας κούρασα.
Δίνω μια ανοιχτή πρόσκληση, όποιος θέλει να παίξει!
Φιλιά πολλά.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Μ' ένα τραγούδι...

Καμιά φορά λέμε με τη μουσική όσα δε χωράνε τα λόγια... Και καμιά φορά οι στίχοι είναι η ψυχή μας η ίδια... Μια από αυτές τις φορές είναι κι απόψε...



Shhhh...


 

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ' το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το "έλα"
τώρα δε θα 'χα τη φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρη η τρέλα
Αν είχε σώμα θα 'ταν πάλι ψέμα.

Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ' όποιον μου εξηγήσει
να 'χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει...

Τίποτα σημαντικό.
Ζω μονάχα εν λευκώ...

Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα 'τανε φωτιά στο αίμα
Αν είχε χρώμα θα 'ταν άσπρο ο φόβος
Αν είχε σώμα θα 'ταν σαν κι εμένα.

Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.

Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.

Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...

Τίποτα σημαντικό...
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
Τίποτα σημαντικό....
Ζω μονάχα εν λευκώ....
 
Καληνύχτες και όνειρα γλυκά.
 
 



Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Learning how to swim.

Στην Κύπρο δεν έχει Φθινόπωρο. Κυκλοφορούμε ακόμα με τα σορτσάκια και τα αμάνικα, και ο χειμώνας πάλι δεν είναι κι ο πιο κρύος. Γι αυτο και δεν περίμενα να βρέξει. Ομολογω πως είχα σκάσει από τη ζήλια μου που έβρεχε στην Ελλάδα κι εδω ήτανε ακόμα καμίνι.
Χτες όμως έιδα την πρώτη μου βροχή στην Κύπρο. Ήταν μια σύντομη και πολύ δυνατή βροχή. Έμεινα να χαζεύω το θόρυβο που έκανε όταν χτυπούσε με μανία τις πέτρες...Τη λιμνούλα που είχε σχηματιστεί στο περβάζι... Τις σταγονίτσες που έτρεχαν σιγά-σιγά από τον τοίχο πάνω στα φύλλα που έγερναν από το βάρος τους...
Γύρισα το βλέμμα μου και είχα πλάι μου ένα σωρό φιλικά χαμόγελα. Ένιωθα μια γαλήνη που είχα καιρό να νιώσω, ούτε καν θυμόμουν πώς είναι. Είναι εκείνο το αίσθημα που τώρα ξέρεις πως οι άνθρωποι γύρω σου δεν είναι άγνωστοι, είναι μέρος της ζωής σου, είναι δικοί σου άνθρωποι.

Ξέρετε ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος να μάθεις να κολυμπάς; Να κοντέψεις να πνιγείς. Έτσι και η ζωή σε ρίχνει απότομα στα βαθιά της νερά, και πάνω που εσύ είσαι σίγουρος πως σε λίγο τα κύμματα θα σε έχουν καταπιεί, πάνω που εσύ πασχίζεις να μάθεις να κολυμπάς για να ζήσεις, πάνω που σκέφτεσαι τι θα απογίνεις τώρα που δεν ξέρεις να κολυμπας...Συνειδητοποιείς πως ήδη κολυμπάς. Πως έχεις επιβιώσει, τα έχεις καταφέρει, πως διάλεξες τη ζωή , ακόμα και χωρίς να το ξέρεις. Βέβαια αυτή σου η επιλογή, αυτόματα σημαίνει πως διάλεξες να ζήσεις και το επόμενο ναυάγιο, το οποίο κανείς δεν ξέρει αν θα είναι χειρότερο από το πρώτο, ή αν θα τα καταφέρεις εκεί. Δεν έχει σημασία όμως, γιατί τώρα είσαι κατά πολύ σκληρότερος και δυνατότερος και μπορείς να αντέξεις περισσότερα.

Δεν έχει σημασία πότε θα έρθει το επόμενο ναυάγιο. Έτσι κι αλλιώς εγώ έχω ακόμα μια ακτή στην οποία σκοπεύω να πάω κι όσοι ξέρουν έστω και λίγο από Μάρσυ ξέρουν ποιά είναι εκείνη η ακτή και ξέρουν οτι θα πάω ο κόσμος να γυρίσει τούμπα. Δεν είναι για την ίδια την ακτή, είναι επειδή θα τα έχω καταφέρει, επειδή όταν θα φτάσω θα μαι πια μια άλλη, μια καλύτερη Μάρσυ, και επίσης επειδή η νύχτα φτάνει προς το τέλος της , ενω η αυγή ξημερώνει για να φέρει μαζί της μια άγνωστη και συναρπαστική μέρα.

Σας αφήνω μετά από καιρό με τραγουδάκι:



Τη μια πετώ στον ουρανό
και παίζω με τα κύματα
Την άλλη πέφτω στο βυθό
με πνίγουν τα προβλήματα
Αναστενάζω τις γιορτές
διαβάζω όλα τα γράμματα
Και πέφτω πάνω στις φωτιές
Ελπίζοντας σε θαύματα

Εεεε.... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... Πάλι τα κλάματα

Τη μια μεθώ με προσευχές
Γι αγάπες που περάσανε
Την άλλη κάνω τρεις ευχές
γι αυτούς που με ξεχάσανε
Παραμιλώ, παρανοώ, παραπατώ στο δρόμο μου
Σαν το σουγιά καρφώνεται
η μοναξιά στον ώμο μου

Εεεε... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... πάλι τα κλάματα...
Την πρώτη μέρα ξύπνησα
χωρίς φωνή στο στόμα μου
Τη δεύτερη ξαγρύπνησα
Και φίλησα το χώμα μου
Την τρίτη το κατάλαβα
πως νέρωσε το αίμα μου
Την τέταρτη μετάλαβα
και πέταξα το στέμμα μου

Εεεε... κι έτσι γεννήθηκε
Αααα... Το πρώτο ψέμα μου

Εεεε... Δε θα με πιάσουνε
Αααα... πάλι τα κλάματα...

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Πάντα με παρέα :)

Γεννιόμαστε μόνοι.
Πεθαίνουμε μόνοι.
Το ενδιάμεσο διάστημα λέγεται ζωή.
Με άλλα λόγια: Γεννιόμαστε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο διάστημα πρέπει να το περνάμε...Με παρέα. :)